απόβαρο


απόβαρο
Η διαφορά ανάμεσα στο μεικτό βάρος ενός συσκευασμένου εμπορεύματος και το καθαρό (πραγματικό) βάρος του. Το α. που λέγεται και τάρα, υπολογίζεται με ζύγισμα των κενών δοχείων ή με υπολογισμό του βάρους τους ή ακόμα και με προσυμφωνία ανάμεσα στον πωλητή και τον αγοραστή. Στα εμπορεύματα που δεν είναι εύκολη ή δυνατή η αποσυσκευασία, το α. υπολογίζεται πάντοτε συμβατικά. Με συμβατικό α. γίνεται και o υπολογισμός των τελωνειακών δασμών, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζεται με νομοθετικές διατάξεις. Ο όρος α. χρησιμοποιείται επίσης στις σιδηροδρομικές ή οδικές μεταφορές και σημαίνει το βάρος του οχήματος. Το α. βρίσκεται τότε αν ζυγιστεί το όχημα πριν και μετά τη φόρτωση σε ειδικές γεφυροπλάστιγγες.
* * *
το
η διαφορά ανάμεσα στο καθαρό και μικτό βάρος εμπορεύματος, δηλαδή το βάρος των υλικών συσκευασίας (κιβώτια, βαρέλια κ.λπ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απόβαρο — το η τάρα, η διαφορά μεταξύ του ολικού (μεικτού) και του καθαρού βάρους ενός εμπορεύματος: Το απόβαρο ήταν πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που σημειωνόταν στα χαρτιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τάρα — (I) και ντάρα, η, Ν 1. η διαφορά μικτού και καθαρού βάρους, το απόβαρο 2. φρ. α) «παίρνω την τάρα» ζυγίζω το απόβαρο β) «βγάζω την τάρα» αφαιρώ το απόβαρο για να βρω το καθαρό βάρος γ) «μάς βγάλανε ντάρα» μτφ. δεν μάς υπολόγισαν, δεν μάς… …   Dictionary of Greek

  • αποσταθμώ — (Μ ἀποσταθμῶ, άω) ζυγίζω κάτι και αφαιρώ το απόβαρο από το ολικό του βάρος …   Dictionary of Greek

  • ζυγός — Συσκευή με την οποία μπορούμε να κρίνουμε την ισορροπία μεταξύ μιας γνωστής δύναμης και μιας άγνωστης για να οδηγηθούμε έτσι από τη γνώση του μεγέθους της μίας στον προσδιορισμό του μεγέθους της άλλης. Με την πιο κοινή έννοια, στον όρο ζ.… …   Dictionary of Greek

  • νέτος — η, ο θηλ. και α (Μ νέτος) 1. (για θάλασσα) καθαρή, χωρίς ξέρες, σκοπέλους ή άλλα εμπόδια 2. (για νησί) αυτό που η θάλασσα γύρω του δεν έχει ξέρες ή άλλα εμπόδια 3. (για πρόσ.) αυτός που δεν συναντά ξέρες ή άλλα εμπόδια στο ταξίδι του, σίγουρος,… …   Dictionary of Greek

  • σιδηρόδρομος — Όχημα ή συρμός που κινείται πάνω σε οδό στρωμένης με σιδηροτροχιές και, κατ’ επέκταση, ολόκληρο το μεταφορικό σύστημα που βασίζεται σ’ αυτές, δηλαδή το κινητό υλικό, οι εγκαταστάσεις γραμμών, σταθμών και τα έργα υποδομής για την εκτέλεση… …   Dictionary of Greek

  • φορτίο — Στην αντοχή υλικών σημαίνει το σύνολο των εξωτερικών δυνάμεων που ασκούνται σε ένα κατασκευαστικό σύνολο (δοκός, πλάκα, γέφυρα, στέγη κλπ.). Τα φ. διακρίνονται καταρχήν σε μόνιμα και συμπτωματικά. Τα πρώτα αποτελούνται από το ίδιο το βάρος της… …   Dictionary of Greek

  • ωφέλιμος — η, ο / ὠφέλιμος, ον, ΝΜΑ, θηλ. σπαν. και ίμη, ΜΑ 1.αυτός που ωφελεί, επωφελής, χρήσιμος (α. «η άθληση είναι ωφέλιμη για το σώμα» β. «τὸ καλὸν ἔργον ἀγαθόν τε καὶ ὠφέλιμον», Πλάτ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το ωφέλιμο ωφέλεια, χρησιμότητα (α. «τί το… …   Dictionary of Greek

  • ντάρα — ντάρα, η και τάρα, η (λ. ιταλ.), το απόβαρο: Πάρε την ντάρα του δοχείου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • τάρα — τάρα, η και ντάρα, η (λ. ιταλ.), απόβαρο: Αφαιρώ από το βάρος την τάρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.